Τετάρτη, 21 Σεπτεμβρίου 2011

ΨΑΡΕΜΑ-Επιλέγοντας τους τόπους

Τα ψάρια δεν βρίσκονται "παντού" μέσα στη θάλασσα. Προτιμούν τους τόπους όπου μπορούν να βρουν καταφύγιο, και φυσικά όσο το δυνατόν άφθονη τροφή. Τα συναντάμε σε ξέρες, τραγάνες, λασποτραγάνες ή τόπους με μαρουλάκι. Επίσης πολύ καλά σημάδια είναι οι αποχές σε απότομους και κοφτούς κάβους, οι αποχές ξερών, όπου μπορεί να υπάρχουν λίγα ψάρια, αλλά συνήθως μεγάλα σε μέγεθος.

Τους προαναφερόμενους τόπους μπορούμε να τους επισημάνουμε με το βυθόμετρο?fish finder του σκάφους μας.
Ξέρες ονομάζουμε τους βυθούς που είναι γεμάτοι βράχια ακανόνιστα σε διάφορα βάθη. Κάποιες φορές βγαίνουν πάνω από την επιφάνεια της θάλασσας και ονομάζονται σκόπελοι. Οι ξέρες που μόλις αγγίζουν την επιφάνεια λέγονται χοιράδες, ενώ εκείνες που βρίσκονται κάτω από την επιφάνεια λέγονται ύφαλοι ή σπάθες. Τραγάνες είναι σχετικά ομαλοί βυθοί που βρίσκονται κοντά στις αποχές, άλλοτε ανάμεσα σε αμοσούρες άλλοτε ανάμεσα σε φυκιάδες. Είναι αναγνωρίσιμες από το είδος των βράχων που διαθέτουν χαρακτηριστικά καστανά και κόκκινα χρώματα. Οι τροκάδες μοιάζουν με τις τραγάνες αλλά ο βυθός τους είναι λιγότερο στρωτός και σκεπάζεται από σκληρές κοκκινόχρωμες πέτρες όπου φυτρώνουν φύκια και κορραλοειδή.
Οι ώρες που ψαρεύουμε είναι συνήθως οι πρώτες πρωινές και οι απογευματινές για τα ρηχά κομμάτια, ενώ στα βαθιά μπορούμε να αναζητήσουμε καλά ψάρια και τις υπόλοιπες ώρες με αρκετά μεγάλη επιτυχία. Προτιμούμε να τα ψαρεύουμε πάντα αρόδω χωρίς να ρίξουμε άγκυρα για να δοκιμάζουμε αλιευτικά μεγαλύτερη έκταση, φτάνει να το επιτρέπουν οι υπάρχουσες καιρικές συνθήκες.

Τα δολώματα
Το δόλωμα που θα βάλουμε στο αγκίστρι μας θα είναι ό,τι εκλεκτότερο. Ζωντανή γαριδούλα, σκαρτσίνι και ζωντανό καραβιδάκι, είναι οι πρώτες μας επιλογές. Στη συνέχεια έχουμε σκουλήκι σαμάρι και σωλήνα ή φρέσκο ψαροδόλι και καλαμαράκι. Αν δεν έχουμε τη δυνατότητα να χρησιμοποιήσουμε φρέσκο, δολώνουμε κάποιο από τα παραπάνω κατεψυγμένο, αφού το αποψύξουμε.
Ο τρόπος δολώματος πρέπει να είναι αρκετά προσεκτικός ώστε τα ζωντανά να παραμείνουν ζωντανά στα αγκίστρια μας, ενώ τα νωπά να είναι δολωμένα με τέτοιον τρόπο ώστε να μην υπάρχουν προεξοχές και περισσεύματα. Ετσι θα δείχνει το δολωμένο αγκίστρι ως ένας θαυμάσιος μεζές.
Πώς ψαρεύουμε
Με το που θα φτάσει κάτω η καθετή, παίρνουμε πάνω τα μπόσικα και είμαστε έτοιμοι να καρφώσουμε με το παραμικρό τσίμπημα. Δεν περιμένουμε το τσίμπημα αυτό να είναι δυνατό, ένα μικρό τρέμουλο της πετονιάς είναι αρκετό. Αν περιμένουμε να έρθει η καλή τσιμπιά, μπορεί να αργήσει, ακόμη και να μην έρθει ποτέ αν τα ψάρια τρώνε μίζερα.
Τα καλά ψάρια -όπως το λυθρίνι- βρίσκονται πολύ κοντά στον βυθό, άρα θα πρέπει το δόλωμά μας να βρίσκεται πολύ κοντά σε αυτόν ή ακόμη και να ακουμπά. Αυτή η διαπίστωση είναι αρκετή για να προσέχουμε ιδιαίτερα το τελευταίο μας αγκίστρι, το οποίο πάντα το επιθεωρούμε ώστε να είναι τέλειο, το δε αγκίστρι πάντα το δένουμε σε ένα παράμαλλο αρκετά πιο μακρύ από τα άλλα. Οι λόγοι είναι δύο. Πρώτον ότι βρίσκεται μακρύτερα από το βαρίδι και την υπόλοιπη αρματωσιά για να μη φοβάται το ψάρι, ενώ το δόλωμα έχει περιθώρια να κινηθεί ελεύθερα κι έτσι να φαίνεται ως κάτι απολύτως φυσιολογικό στο ψάρι.
Επιλογή εργαλείων
Το μέγεθος του αγκιστριού είναι ανάλογο με τα ψάρια που αναζητάμε. Το σχήμα του συνήθως είναι πλακέ, αλλά και παπαγαλάκι να χρησιμοποιήσουμε ή λίγο στραβό κάνει θαυμάσια τη δουλειά του και θα πρέπει να έχει πολύ κοφτερή ακίδα, γι' αυτό προτιμούμε πάντα τα καλής ποιότητας και συνήθως ακριβότερα αγκίστρια.
Η πετονιά που δένουμε τα παράμαλλά μας πρέπει κι αυτή να είναι καλής ποιότητας για να μη στρίβει ή κατσαρώνει αλλά και να μην κόβεται εύκολα στον κόμπο. Επειδή συνήθως χρησιμοποιούμε πολύ λεπτές πετονιές για να μη φαίνονται, αυτός είναι κι ένας επιπλέον λόγος να είναι καλής ποιότητας όπως οι πετονιές fluorocarbon. Συνήθως είναι No 25 για ρηχά και No 30 για τα βαθιά. Το ρηχά και βαθιά το αναφέρουμε γιατί όσο πιο βαθιά κατεβαίνει η καθετή μας τόσο περισσότερο στρίβουν τα παράμαλλα, άρα χρειαζόμαστε πιο χοντρή πετονιά. Η μάνα τώρα της αρματωσιάς θα είναι ανάλογη. Αν έχουμε No 25 παράμαλλο, τότε η αρματωσιά θα είναι 30 ή 35. Αν το παράμαλλο είναι 30, τότε η αρματωσιά No 35, 40 ή και χονδρότερη.
Ο αριθμός των παράμαλλων είναι ανάλογος με το αν αναζητούμε κι άλλα ψάρια εκτός από "καλά" όπως λυθρίνια ή σαργούς. Αν αναζητούμε μόνο λυθρίνια, τότε δύο παράμαλλα είναι αρκετά, ενώ αν αναζητούμε κι άλλα ψάρια προσθέτουμε τρίτο ή και τέταρτο, όπως κάναμε κι εμείς στο συγκεκριμένο ψάρεμα. Το τελευταίο παράμαλλο είναι πάντα μακρύτερο από τα υπόλοιπα, έτσι ώστε να ξεπερνάει το βαρίδι. Το μήκος του τελευταίου αυτού παράμαλλου μπορεί να ξεπερνάει και το μισό μέτρο, ενώ τα υπόλοιπα έχουν το συνηθισμένο μήκος για καθετή.
Το βαρίδι που χρησιμοποιούμε καλό είναι να έχει στριφτάρι για να μη στρίβει την πετονιά. Αν δεν έχει ρεύμα, τότε χρησιμοποιούμε ελαφρύ, αν έχει, τότε πρέπει αναγκαστικά να χρησιμοποιήσουμε λίγο βαρύτερο και ανάλογα πάντα με το χέρι μας και το βάθος που ψαρεύουμε. Επίσης, εκεί που τελειώνει η αρματωσιά και συνδέεται με την κυρίως πετονιά, πρέπει να υπάρχει ένα ακόμα στριφτάρι.
Το πάχος που θα έχει αυτή η κυρίως πετονιά, από το στριφτάρι και πάνω, ποικίλλει από No 40 έως και 60 ή και ακόμα μεγαλύτερο.
Οταν το βάθος είναι μεγάλο και χρειαζόμαστε μεγαλύτερο βαρίδι δεν μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε λεπτή πετονιά, αφ' ενός για να μην κόβει τα χέρια και αφ' ετέρου για να μην κοπεί από το βάρος του μολυβιού, του ρεύματος και του βάρους των ψαριών που θα ανεβάζουμε. Στην περίπτωση αυτή αναγκαζόμαστε να αυξήσουμε το πάχος όχι μόνο στην κύρια πετονιά, αλλά και στην αρματωσιά μας.
Σημασία τελικά έχει να γυρίσουμε με μερικές τηγανιές ψάρια που θα απολαύσουμε μαζί με τους φίλους μας. Μπορεί στη θάλασσα να έχουν μειωθεί αισθητά τα ψάρια, αν όμως τη σεβαστούμε θα μας το ανταποδώσει πλουσιοπάροχα...
www.ethnos.gr